Translate

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εμφύλιος Πόλεμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εμφύλιος Πόλεμος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, 20 Απριλίου 2015

Η καθηγήτρια Ρίκη Βαν Μπούσχοτεν μιλάει για τα παιδιά του Εμφυλίου Πολέμου


Παιδάκια παρελαύνουν με πλακάτ ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: Διαδίκτυο
 
Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος παρουσιάζει αρκετές ιδιομορφίες, μια από τις οποίες ήταν η πρακτική του "παιδομαζώματος" και από τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές.

Η Ρίκη Βαν Μπούσχοτεν, Καθηγήτρια και Διεθύντρια του Τομέα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, με αφορμή την έκδοση στα ελληνικά του βιβλίου  "Παιδιά του ελληνικού Εμφυλίου. Πρόσφυγες και πολιτική της μνήμης", Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2015, το οποίο συνέγραψε με τον Αμερικάνο ανθρωπολόγο Λόρινγκ Ντάνφορθ, αναλύει το φαινόμενο και φωτίζει άγνωστες πτυχές του τραυματικού παρελθόντος που στοιχείωσε τη χώρα μας για δεκαετίες.
 

Το "παιδομάζωμα" ήταν μια πρακτική που ακολούθησαν και οι δύο αντιμαχόμενες πλευρές, αλλά η επικοινωνιακή αξιοποίηση από την πλευρά της εθνικής κυβέρνησης είχε ως αποτέλεσμα να στιγματιστεί στη διεθνή κοινή γνώμη η πλευρά του ΔΣΕ. Πόσο σημαντική θεωρείτε στην εξέλιξη της εμφύλιας σύρραξης την πρακτική αυτή, ιδίως σε ό,τι αφορά στη διεθνή της εικόνα;
 
Όταν μιλάμε για «διεθνή κοινή γνώμη» θα πρέπει κατ’αρχάς να λάβουμε υπόψη μας ότι βρισκόμαστε ακριβώς στην αρχή του Ψυχρού Πολέμου, που διαίρεσε για μισό αιώνα τη «διεθνή κοινή γνώμη» σε δύο στρατόπεδα. 
Ασφαλώς το «ζήτημα των παιδιών» αποτέλεσε ένα πρόσφορο έδαφος για προπαγάνδα από τις δύο πλευρές. Ωστόσο, η προπαγάνδα της ελληνικής κυβέρνησης, που κατηγορούσε το Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας για μαζική απαγωγή των παιδιών, έγκλημα κατά της ανθρωπότητας και γενοκτονία, ήταν αποτελεσματική κυρίως στο εσωτερικό μέτωπο. 
Κι αυτό κυρίως λόγω του ηθικού πανικού που έσπειραν στον πληθυσμό  οι εικόνες βίαιας απόσπασης των παιδιών από τις μητέρες τους. Ύστερα από την εμπεριστατωμένη επί τόπου έρευνα της Ειδικής Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών για τα Βαλκάνια (UNSCOB) την άνοιξη του 1948, δεν επιβεβαιώθηκε ούτε η μαζική απαγωγή, ούτε βεβαία οι κατηγορίες για γενοκτονία και έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. 
Ως αποτέλεσμα, η δυτική κοινή γνώμη αποστασιοποιήθηκε αρκετά από τις πιο ακραίες θέσεις της ελληνικής κυβέρνησης. Ιδιαίτερη εντυπωσιακή είναι η μεταστροφή της αμερικάνικης κυβέρνησης σε αυτό το θέμα, παρόλο που ήταν η βασική σύμμαχος της ελληνικής κυβέρνησης στον αγώνα κατά του κομμουνισμού.
Η βασίλισσα Φρειδερίκη επισκέπτεται μια από τις παιδουπόλεις - ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: Διαδίκτυο


Η πολεμική διάσταση του εμφυλίου είναι εν πολλοίς γνωστή, αλλά η κοινωνικές επιπτώσεις αποτελούν αντικείμενο μελετών τα τελευταία χρόνια. Πόσο σημαντική θεωρείτε τη μελέτη της κοινωνικής ιστορίας για να κατανοήσουμε το παρελθόν και τα τραύματα που άφησε;

Η μελέτη των κοινωνικών διαστάσεων του εμφυλίου ξεκίνησε περίπου πριν 20 χρόνια, μια στροφή όμως που συνέπεσε με το νέο ενδιαφέρον που έδειξαν ερευνητές, αλλά και η ελληνική κοινωνία για το τραυματικό παρελθόν του Εμφυλίου, ένα θέμα που μέχρι τότε είχε μείνει ταμπού. 
Εξώφυλλο βιβλίου της Ρίκη Βαν Μπούσχοτεν

Αν και δεν μου αρέσει να περιαυτολογήσω, θεωρώ ότι η εθνογραφική μελέτη που έγραψα για μια κοινότητα των Γρεβενών στη δεκαετία του 1940 (Ανάποδα Χρόνια, εκδόσεις Πλέθρον 1997) έπαιξε σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη αυτή. 



Στο νέο βιβλίο που έγραψα με τον κ. Ντάνφορθ, στόχος μας ήταν ακριβώς να μελετήσουμε, από ανθρωπολογική σκοπιά, τις κοινωνικές, αλλά και τις πολιτικές διαστάσεις αυτού του σημαντικού επεισοδίου του ελληνικού εμφυλίου. 

Προπαντός θέλαμε να δώσουμε το λόγο στα ίδια δρώντα υποκείμενα, τα τότε παιδιά, για τα οποία χύθηκαν τόνοι μελάνι, αλλά η φωνή των οποίων μέχρι τώρα δεν ακούστηκε.

Αυτό που κερδίσαμε με αυτή την προσέγγιση είναι να αναδείξουμε την πολυπλοκότητα των εμπειριών των ανθρώπων και την πολυφωνία των φορέων της ιστορίας.

Αυτό είναι και το καλύτερο αντίδοτο στη μονομερή παρουσίαση των γεγονότων που εξακολουθεί να κυριαρχεί στο δημόσιο λόγο και σήμερα.
Έπαρση σημαίας σε κάποια παιδούπολη ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: Διαδίκτυο


Στην εισαγωγή της αμερικάνικης έκδοσης του βιβλίου σας αναφέρετε τις συνομιλίες σας με κατοίκους του χωριού Περιβολάκι. Πόσο δύσκολο ήταν για όσους έφυγαν κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου να επιστρέψουν στην Ελλάδα και τι σήμαινε αυτό για τους ίδιους και το κοινωνικό τους περιβάλλον; Πως έγιναν δεκτοί από τους παλιούς συγχωριανούς τους;

Το παράδειγμα του χωριού Περιβολάκι ίσως δεν είναι τόσο αντιπροσωπευτικό, με την έννοια ότι το χωριό έμεινε κατεστραμμένο μέχρι να γυρίσουν οι πολιτικοί πρόσφυγες στη δεκαετία του 1980 και να ξαναχτίσουν το χωριό. 
Η γενικότερη πολιτική του μετεμφυλιακού ελληνικού κράτους ήταν η άρνηση της επιστροφής των πολιτικών προσφύγων. 
Αυτή η πολιτική συνεχίστηκε και τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης και άλλαξε επί ΠΑΣΟΚ, με εξαίρεση όμως όσους δεν θεωρούνταν «έλληνες το γένος», δηλαδή τους πρώην κατοίκους της Βόρειας Ελλάδας με μητρική γλώσσα τη μακεδονική ή μακεδονική καταγωγή. 
Υπολογίζουμε ότι από τα παιδιά που μεταφέρθηκαν στην Ανατολική Ευρώπη, σχεδόν τα μισά ήταν μακεδονικής καταγωγής. 
Το εξώφυλλο της αμερικάνικης έκδοσης του βιβλίου

Πέρα όμως από αυτό το σημαντικό ζήτημα, η επιστροφή των παιδιών που κατόρθωσαν να γυρίσουν στην Ελλάδα στη δεκαετία του 1950 σημαδεύτηκε κυρίως από κοινωνικά προβλήματα. 
Όπως αναλύουμε στο βιβλίο μας, τα παιδιά αυτά ήταν τότε πλέον στην εφηβεία, είχαν συνηθίσει να ζουν σε ένα πιο σύγχρονο αστικό περιβάλλον και περίμεναν να σπουδάσουν στις χώρες που τα φιλοξένησαν. 
Αυτά τα όνειρα τα κατέστρεψε η επιστροφή σε ένα υποβαθμισμένο ορεινό αγροτικό περιβάλλον και σε γονείς από τους οποίους είχαν πλέον αποξενωθεί. Απογοητεύμενα, τα περισσότερα αγόρια πήραν ξανά το δρόμο της μετανάστευσης, ενώ τα περισσότερα κορίτσια αναγκάστηκαν να συμβιβαστούν με τη νέα τους κατάσταση.
Παιδάκια σε παιδούπολη ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: Διαδίκτυο

Τελικά, μπορούμε να δούμε τον Εμφύλιο ως "άσπρο-μαύρο", ή υπάρχουν και άλλες ιστορικές "αποχρώσεις";

Ο κάθε εμφύλιος, με την απόλυτη αντιπαράθεση των δύο αντιπάλων, έχει από τη φύση του ένα στοιχείο «άσπρο-μαύρο» και αυτή η διπολική αφήγηση, λόγω των τραυματικών εμπειριών της βίας, μεταβιβάζεται συχνά και στις επόμενες γενιές. 
Χρειάζεται πάντα πολύ καιρός για να μπορούν οι ερευνητές και τόσο μάλλον τα μέλη αυτών των κοινωνιών να ανακαλύψουν πιο λεπτές «αποχρώσεις». Ωστόσο, η από τα κάτω μελέτη του ελληνικού εμφυλίου – και αυτό είναι το βασικό δίδαγμα που αποκόμισα από την πολυετή ενασχόληση με το θέμα αυτό – δείχνει πως υπάρχουν πάντα πολλοί άνθρωποι που προσπαθούν να ξεφύγουν από αυτή την ασπρόμαυρη λογική, είτε συνειδητά, είτε με τις ίδιες τις πράξεις τους. 
Ένα παράδειγμα από την έρευνα στα Γρεβενά ήταν η διατήρηση προπολεμικών δικτύων συνεργασίας μεταξύ πολιτικών αντιπάλων, με αποτέλεσμα συχνά ο αριστερός να μπορεί να γλυτώσει τον δεξιό από τη βία του δικού του στρατοπέδου και το αντίστροφο. 
Αυτές οι συμμαχίες πέρα από ιδεολογικό προσανατολισμό συνέβαλαν μεταπολεμικά στην επανόρθωση των κοινωνικών σχέσεων στην περιοχή. 
Στο νέο μας βιβλίο θα βρείτε και ένα άλλο ενδιαφέρον παράδειγμα στις «αφηγήσεις δραπέτευσης» των παιδιών, οι οποίες συχνά ακολουθούν διαφορετική λογική από τις αντίστοιχες ηγεμονικές αφηγήσεις δραπέτευσης του Ψυχρού Πολέμου.
Η Ρίκη Βαν Μπούσχοτεν

Βιογραφικό της Ρίκη Βαν Μπούσχοτεν
Έλαβε πτυχία Φιλολογίας και Ιστορίας από τα Πανεπιστήμια της Μπολώνια (Ιταλία, 1972), Ουτρέχτη (Ολλανδία, 1974) και Ιωαννίνων (1977) και διδακτορικό δίπλωμα από το Πανεπιστήμιο του Άμστερνταμ (1987). 
Εργάστηκε ως μεταφράστρια στο Συμβούλιο Υπουργών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (1980-2000). Από το 2000 διδάσκει ως Καθηγήτρια στο Τμήμα Ι.Α.ΚΑ του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. Ειδικευμένη σε θέματα προφορικής ιστορίας, κοινωνικής μνήμης, εθνοτισμού και, πιο πρόσφατα, ανθρωπολογίας των μετασοσιαλιστικών κοινωνιών και της μετανάστευσης. 
Δημοσίευσε πολλά βιβλία και άρθρα στα ελληνικά, αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά και ισπανικά. Είναι διευθύντρια του εργαστηρίου κοινωνικής ανθρωπολογίας και του αρχείου προφορικών μαρτυριών που στεγάζεται εκεί. 
Είναι επίσης πρόεδρος της Ένωσης Προφορικής Ιστορίας (ΕΠΙ) και μέλος της διεθνούς συντακτικής επιτροπής του περιοδικού “Oral History”. Επιστημονική υπεύθυνη ερευνητικού προγράμματος για Φύλο και Μετανάστευση από την Νοτιοανατολική Ευρώπη (2004-2007), και της ερευνητικής ομάδας του Ι.Α.ΚΑ στα προγράμματα Ελληνικά για Μετανάστες Γονείς (2010-2011) και Σχεδιάζοντας το Μουσείο Πόλης του Βόλου (2011-2015).

Βιβλιογραφία

Ρίκη Βαν Μπούσχοτεν & Λόριγκ Ντάνφορθ, Παιδιά του ελληνικού Εμφυλίου. Πρόσφυγες και πολιτική της μνήμης. Αθήνα: Εκδόσεις Αλεξάνδρεια,2015.

Loring Danforth & Riki Van Boeschoten, Children of the Greek Civil War: Refugees and the Politics of Memory, University of Chicago Press, 2011. (Edmund Keeley Book Prize, MGSA, 2013)

Α.Βερβενιώτη, Ρ.Βαν Μπούσχοτεν, Μ.Ρεπούση, Γ.Τσιώλης, Χ.Ανδρεάδου, Προφορικές Ιστορίες. Ένας οδηγός προφορικής ιστορίας για την Εκπαίδευση και την Κοινότητα. Χανιά: Νομαρχία Χανίων, ΑΠΘ, 2010.

Περασάμε πoλλές μπόρες, κoρίτσι μoυ...  Αθήνα: Πλέθρον 1999.

Roberto Cipriani, Vittorio Cotesta, Nikos Kokosalakis, Riki Van Boeschoten, Episkepsi, Il Villagio Armonioso. Tradizione, modernità, solidarietà e conflitto in una comunità greca. Milano: Francangeli, 1999.

Αvάπoδα χρόvια. Συλλoγική μvήμη και ιστoρία στo Ζιάκα Γρεβεvώv, 1900-1950. Αθήνα: Πλέθρον, 1997.

From Armatolik to People's Rule: Investigation into the Collective Memory of Rural Greece (1750-1949). Amsterdam: Hakkert, 1991

 

Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2015

"O εμφύλιος πόλεμος δεν ήταν αναπόφευκτος", ο καθηγητής Ιστορίας Πολυμέρης Βόγλης μιλάει για το βιβλίο του "Η Αδύνατη Επανάσταση"






Ο αναπληρωτής καθηγητής κοινωνικής ιστορίας στο τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Πολυμέρης Βόγλης μιλάει για το καινούριο του βιβλίο "Η Αδύνατη Επανάσταση" (Εκδόσεις Αλεξάνδρεια) προκειμένου να φωτίσει πτυχές της εμφύλιας σύρραξης που τόσο ταλανίζει την ελληνική κοινωνία, είτε σε τοπικό επίπεδο, είτε σε επίπεδο διαπάλης ιδεών και αντιλήψεων ακόμα και σήμερα.


Κατά την πρόσφατη παρουσίαση του βιβλίου σας «Η αδύνατη επανάσταση» αναφερθήκατε, μεταξύ άλλων, σε δύο ζητήματα: α/ «Ο εμφύλιος δεν κηρύσσεται αλλά έρχεται, μέσα από μια σειρά πράξεων και παραλείψεων» και β/ «Η εσωτερική κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα και όχι ο εξωτερικός παράγοντας είναι το αντικείμενο της εν λόγω μελέτης». Με αυτά τα δύο δεδομένα, πόσο εύκολο είναι για έναν ιστορικό να αναλύσει το παρελθόν, γνωρίζοντας παράλληλα τι ακριβώς συνέβη στην εξέλιξη των πραγμάτων σε τοπικό και διεθνές επίπεδο, χωρίς έστω και υποσυνείδητα να επηρεαστεί στην ιστορική του αφήγηση;


Σκοπός μου ήταν να δείξω την συνθετότητα των εξελίξεων, αποφεύγοντας απλουστευτικές προσεγγίσεις. Χωρίς να θέλω να υποβαθμίσω το διεθνές πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου, εστίασα περισσότερο στις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις που συμβαίνουν στην Ελλάδα μετά την Απελευθέρωση. 

Ο λόγος για αυτήν την επιλογή είναι ότι τα αίτια του εμφυλίου πολέμου βρίσκονται στις αντιθέσεις που υπήρχαν στην Ελλάδα εκείνη την εποχή, στην αντιπαλότητα μεταξύ Αριστεράς και κυβέρνησης, η οποία από ένα σημείο και μετά έγινε στρατιωτική σύγκρουση. 

Επιπλέον, αυτό που υποστηρίζω είναι ότι ο εμφύλιος πόλεμος δεν ήταν προειλημμένη απόφαση –κανένας από τους δύο αντιπάλους δεν είχε σχεδιάσει τον εμφύλιο πόλεμο. 

Η έκρηξη του εμφυλίου πολέμου ήταν μια διαδικασία, μια διολίσθηση προς τη στρατιωτική σύγκρουση, η οποία διαρκώς κλιμακωνόταν. 

Εκ των υστέρων, μπορεί κανείς να λέει ότι εάν δεν είχε γίνει το α ή το β, ενδεχομένως να είχε αποφευχθεί ο Εμφύλιος. 

Όντως, ο εμφύλιος πόλεμος δεν ήταν αναπόφευκτος. Η πρόκληση για τον ιστορικό είναι να εξετάσει γιατί, τελικά, τα πράγματα έγιναν με αυτόν τον τρόπο, γιατί άλλες πιθανές λύσεις δεν ευοδώθηκαν. 

Πρόκληση δύσκολη, γιατί ο ιστορικός είναι «τέκνο» μιας συγκεκριμένης κάθε φορά εποχής και ο ίδιος έχει πολιτική άποψη. Ο ιστορικός δεν μπορεί να είναι αντικειμενικός, αυτό που μπορεί να κάνει είναι να επιχειρεί μια όσο γίνεται πιο ολοκληρωμένη και πιο συνθετική προσέγγιση.  


Ο Πολυμέρης Βόγλης μιλάει για το βιβλίο του "Η αδύνατη επανάσταση" στο βιβλιοπωλείο "Πλειάδες"



Η διάκριση των αστικών κέντρων (κυρίως Αθήνας και δευτερευόντως της Θεσσαλονίκης) και της περιφέρειας (επαρχίες, ορεινά χωριά κ.λπ.) είναι εμφανής, σε ό,τι αφορά στον Εμφύλιο. Τι ρόλο έπαιξε αυτή η διάκριση στην ευρύτερη εξέλιξή του; 


Ο Εμφύλιος ξεκίνησε και τελείωσε ως ένας πόλεμος της υπαίθρου. Η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη έμειναν μακριά από τον πόλεμο, ενώ οι περισσότερες επαρχιακές πόλεις έζησαν απλά τον απόηχο του πολέμου. Λίγες μεγάλες επαρχιακές πόλεις, όπως η Καρδίτσα, η Νάουσα ή το Καρπενήσι μεταξύ άλλων, μετατράπηκαν σε πεδία πολέμου. 

Η κυβέρνηση σε όλη τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου διατήρησε τον έλεγχο των πόλεων, εξαναγκάζοντας τον Δημοκρατικό Στρατό να κινείται μόνο σε ορεινές περιοχές, οι οποίες δεν διέθεταν πολύ πληθυσμό και οικονομικά ήταν φτωχές. 

Ο Δημοκρατικός Στρατός δεν μπόρεσε να ενισχύσει τα ερείσματά του στις πόλεις και να κινητοποιήσει τον πληθυσμό και, με αυτόν τον τρόπο, να προσδώσει δυναμική στην επανάσταση. 

Από το 1947 είχε προσανατολίσει τις δυνάμεις του στην υπεράσπιση ενός θύλακα στη βορειοδυτική Ελλάδα και δεν κατόρθωσε να διαμορφώσει μια πλειοψηφική δυναμική στην ελληνική κοινωνία.  

 

Η καθημερινότητα ενός πολίτη της εποχής, σε αστικό κέντρο ή στην περιφέρεια, πόσο διαφορετική ήταν; (π.χ. κυνήγι επιβίωσης, εκκένωση χωριών, διατροφή κ.λπ.)


Η ζωή ήταν δύσκολη τόσο στις πόλεις όσο και στα χωριά αλλά οι κίνδυνοι ήταν διαφορετικοί. Στις μεγάλες πόλεις, αυτοί που βρέθηκαν στο στόχαστρο ήταν οι αριστεροί, οι οποίοι ζούσαν με τον κίνδυνο της κατάδοσης, της σύλληψης, των βασανιστηρίων, της φυλακής, κλπ. 

Στα χωριά, η κατάσταση ήταν πολύ διαφορετική και από αρκετές απόψεις πολύ χειρότερη. Στην αρχή του εμφυλίου πολέμου, οι κάτοικοι των περισσότερων χωριών ήταν εκτεθειμένοι στις πιέσεις κυρίως της χωροφυλακής και των παραστρατιωτικών που είχαν εξαπολύσει ένα κύμα βίας στην ύπαιθρο. 

Στη συνέχεια, τα ορεινά χωριά βρέθηκαν αποκλεισμένα από τη διανομή ανθρωπιστικής βοήθειας της κυβέρνησης, με αποτέλεσμα να επιδεινωθεί δραματικά η καθημερινή ζωή τους. 

Όταν ο πόλεμος κλιμακώθηκε, πολλοί υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τα χωριά τους και να γίνουν εσωτερικοί πρόσφυγες, ενώ παράλληλα εντάθηκαν και οι πιέσεις που ασκούσε ο Δημοκρατικός Στρατός, κυρίως με τη βίαιη στρατολογία. 

Στην ουσία, ο κοινωνικός ιστός των ορεινών κοινοτήτων διερράγη βίαια στα χρόνια του Εμφυλίου, και σε μεγάλο βαθμό ποτέ δεν αποκαταστάθηκε. Εννοώ ότι το μεγάλο ρεύμα της εσωτερικής μετανάστευσης που παρατηρούμε στη μεταπολεμική Ελλάδα έχει τις ρίζες του στον Εμφύλιο. 




Πόσο ορθοί -από ιστορικής πλευράς- είναι οι παραλληλισμοί του «τότε» με το «τώρα»; Πέρα από τα προφανή διδάγματα, χωρίς ιδεολογικές παρωπίδες, μπορούμε πράγματι να θεωρήσουμε, όπως κάνουν αρκετοί, ότι υπάρχουν ομοιότητες του παρελθόντος με το παρόν, οι οποίες μπορούν να λειτουργήσουν ως «προπομποί» μια παρόμοιας κατάστασης;


Οι ιστορικοί είναι πολύ επιφυλακτικοί με τις αναλογίες μεταξύ παρελθόντος και παρόντος. Αυτό συμβαίνει γιατί το παρελθόν αυτό καθ’ εαυτό είναι ανεπανάληπτο. Αντίθετα με ότι πιστεύουν πολλοί, η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται. 

Ωστόσο, η γνώση του παρελθόντος είναι χρήσιμη και απαραίτητη, γιατί μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορούμε να κατανοήσουμε τι συνέβη στο παρελθόν ή να εξηγήσουμε στάσεις και συμπεριφορές στο παρόν.



Η Ιστορία δε γράφεται με τα «αν», αλλά θα μπω στον πειρασμό να σας ρωτήσω: Παρά το ότι η μελέτη σας επικεντρώνει στα «εσωτερικά», πόσο «δεδομένη» θεωρείτε ότι ήταν η επικράτηση του «κράτους» έναντι των «ανταρτών», χωρίς να έχει υπάρξει τόσο μεγάλη βοήθεια αρχικά από την Αγγλία και κυρίως από τις ΗΠΑ σε υλικό και τεχνογνωσία;


Η βρετανική και η αμερικανική βοήθεια προς την κυβέρνηση ήταν πολύ σημαντική για την έκβαση του εμφυλίου πολέμου, ιδιαίτερα εάν τη συγκρίνει κανείς με τη βοήθεια που έλαβαν οι αντάρτες από τις σοσιαλιστικές χώρες. 

Είναι πολύ δύσκολο να υποθέσει κανείς τι θα συνέβαινε εάν η κυβέρνηση δεν είχε εξασφαλίσει αυτή τη βοήθεια.

Ενδεχομένως να επιζητούσε έναν συμβιβασμό με την Αριστερά, αλλά και πάλι κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει το περιεχόμενο και τις πιθανότητες επιτυχίας του συμβιβασμού. 




Αν θα έπρεπε να βγάλετε ένα δίδαγμα από τη μελέτη της Ιστορίας, ποιο θα ήταν αυτό;


Μελετώ την ιστορία για να σκεφτώ, να εξηγήσω και να κατανοήσω πώς δρούσαν οι άνθρωποι στο παρελθόν. Από εκεί και πέρα, τα ερωτήματα που θέτω στο παρελθόν, προφανώς σχετίζονται με έγνοιες και προβλήματα του παρόντος. 

Πάντως, ένα κάτι «κρατώ» από τη μελέτη του εμφυλίου πολέμου είναι η διαλυτική επίδραση της βίας στην κοινωνία. 

Η βία στις ποικίλες εκδοχές της, δηλαδή η ένοπλη, η οικονομική, η ψυχολογική βία που ασκήθηκε εκείνη την εποχή, διαίρεσε βαθειά την ελληνική κοινωνία και άφησε σε πάρα πολλούς ανθρώπους εκείνης της εποχής ένα ανεπούλωτο τραύμα.  



Πόσο εύκολο είναι να καταρριφθούν στερεότυπα δεκαετιών, ιδεολογικές αγκυλώσεις και εν τέλει η αίσθηση ότι η Ιστορία «γράφεται από τους εκάστοτε νικητές»; Πόσο εύκολο είναι το έργο του ιστορικού και πως εξηγείτε το ενδιαφέρον των απλών πολιτών, χωρίς σπουδές Ιστορίας, που φαίνεται ότι έχει αναζωπυρωθεί τα τελευταία 15-20 χρόνια;


Τα στερεότυπα και οι ιδεολογικές αγκυλώσεις οφείλονται στη διαίρεση και το τραύμα που προκάλεσε ο Εμφύλιος. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Εμφύλιος, κατά μια έννοια, συνεχίστηκε και μετά το τέλος των εχθροπραξιών τον Αύγουστο του 1949. 

Οι δεκάδες χιλιάδες πολιτικοί πρόσφυγες στην Ανατολική Ευρώπη, οι διακρίσεις και οι διώξεις κατά της Αριστεράς μετεμφυλιακά, η στρατιωτική δικτατορία διαιώνισαν τη διαίρεση μεταξύ «νικητών» και «ηττημένων». 

Από την άλλη πλευρά, η χρονική απόσταση των εβδομήντα και πλέον ετών που μας χωρίζει από τα γεγονότα, όπως και το γεγονός ότι οι περισσότεροι άνθρωποι που βίωσαν τον Εμφύλιο δεν ζουν πλέον, μας επιτρέπουν μια νέα ματιά, μια πιο αποστασιοποιημένη προσέγγιση στη δεκαετία του 1940. 

Η αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος έχει να κάνει με  τη σημασία εκείνης της δεκαετίας για την ελληνική ιστορία συνολικά αλλά και με την ανάγκη των σημερινών Ελλήνων να κατανοήσουν τις ιδεολογικές δεσμεύσεις και τη συναισθηματική φόρτιση που γέννησε ο Εμφύλιος στις προηγούμενες γενιές.   


Η αδύνατη επανάσταση - Η κοινωνική δυναμική του εμφυλίου πολέμου

Πολυμέρης Βόγλης
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2014
424 σελ.
ISBN 978-960-221-576-0 
 
 
 
Ο Πολυμέρης Βόγλης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1964. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και το Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο. Είναι αναπληρωτής καθηγητής κοινωνικής ιστορίας στο τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.
 
Βιβλιογραφία
(2014) Η αδύνατη επανάσταση, Αλεξάνδρεια
(2010) Η ελληνική κοινωνία στην Κατοχή 1941-1944, Αλεξάνδρεια
(2004) Η εμπειρία της φυλακής και της εξορίας, Αλεξάνδρεια
 
Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
(2013) Ελληνικά παράδοξα, Αλεξάνδρεια
(2011) Δικτατορία 1967-1974, Μορφωτικό Ίδρυμα Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Μακεδονίας - Θράκης
(2010) Ο Εμφύλιος Πόλεμος 1946-1949, Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη
(2009) Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα, Βιβλιόραμα
(2009) Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα, Βιβλιόραμα
(2009) Τόποι εξορίας, Αλεξάνδρεια
(2008) Μνήμες και λήθη του ελληνικού εμφυλίου πολέμου, Επίκεντρο
(2007) Ιστορία και πολιτική στο έργο του Παντελή Βούλγαρη, Εκδόσεις Παπαζήση
(2006) Ο πειρασμός της αυτοκρατορίας, Μεταίχμιο [κείμενα, επιμέλεια]
(2003) Μετά τον πόλεμο, Αλεξάνδρεια
(2000) Ιστορικό τοπίο και ιστορική μνήμη: το παράδειγμα της Μακρονήσου, Φιλίστωρ
 
Λοιποί τίτλοι
(2012) Συλλογικό έργο, Η εποχή των ρήξεων, Επίκεντρο [επιμέλεια]